VLACHOYIANNOS - MAN AND THE WOLF
SPYROS STAVROPOULOS
TRANSLATION: CHRIS CAL
RELEASE 2027 ISBN: PENDING
"I wish we could be reconciled, as we almost were in the dream, when we were tired of fighting each other. But I couldn't bear to see the change and transformation of our bodies into such a horrible appearance, and besides, we would make our lives even more difficult. Neither wolf nor man, I think, is something that no one can endure—better both of us wolves or both of us humans. I am sure that if I became a wolf or you a human, I would love you even more.
"But you know that neither of these things can happen. But if you came to live with me as you are?
"Indeed, it would be an excellent combination. A real wolf like you with a human mind, and a human like me with wolfish habits and life, wouldn't it be truly remarkable?
"Yes, that would be an unprecedented experience, and I imagine something extraordinary. And the goats, I'm sure that in time they would get used to you, forgive you, and love you as I do now, if only you would cut off some of your quirks. Because you should know this: Nothing good you gain without sacrifice.
"With me, you will find love, food, and security. It is enough just to be quiet and obedient. With me you will be... with me... I wish I knew what I had to do to make you trust me."
He said this, waiting, and truly, a deep sadness had spread over him as the morning dew spreads over the plain. The night was spending its fat quickly, but he didn't care, not even that, for a long time now, there had been no sign of it, so sure was he that he would pass by there sooner or later.
And indeed, it came at some point in the night, as quietly and silently as the magpie in the fig tree, as the ever-moving elf. Vlachoyiannos did not hear anything. Unconsciously, he had turned his gaze towards that flat stone at the bend in the path, when above it he saw two luminous rings shining motionlessly side by side.
With his heart pounding in his chest, he looked closely. In addition to its eyes, he could now see its pitch-black outline, blacker than the limited horizon and the stone he was sitting on, his body slightly turned to the left, towards Petralono ...
»Μακάρι να μπορούσαμε να μονιάσουμε, όπως παραλίγο να γίνει και στ’ όνειρο όταν πια είχαμε αποκάμει να παλεύουμε μεταξύ μας. Όμως δεν θα τ’ άντεχα ν’ αλλάξουμε και να μεταμορφώσουμε τα κορμιά μας σε τόσο απαίσια όψη, κι εξάλλου θα κάναμε τη ζωή μας ακόμα πιο δύσκολη. Μήτε λύκος μήτε άνθρωπος, είναι κάτι που δεν αντέχεται, νομίζω. Καλύτερα και οι δυο μας λύκοι ή και οι δύο μας άνθρωποι. Είμαι σίγουρός πως αν γινόμουν λύκος ή εσύ άνθρωπος, θα σ’ αγαπούσα ακόμα πιο πολύ.
»Το ξέρεις όμως ότι δεν μπορεί να γίνει τίποτα απ’ τα δυο. Αν όμως ερχόσουν να ζήσεις κοντά μου όπως είσαι;
»Στ’ αλήθεια, θα ‘ταν υπέροχος συνδυασμός. Ένας αληθινός λύκος όπως εσύ με ανθρώπινο μυαλό, κι ένας άνθρωπος όπως εγώ με λυκίσιες συνήθειες και ζωή, δε θα ‘ταν πράγματι θαυμάσιο;
»Ναι, αυτό θα ‘ταν πρωτόγνωρη εμπειρία και φαντάζομαι κάτι πολύ όμορφο. Και τα ζωντανά, είμαι σίγουρος πως με τον καιρό θα σε συνήθιζαν, θα σε συγχωρούσαν και θα σ’ αγαπούσαν όπως εγώ τώρα, φτάνει μόνο να ‘κοβες μερικά απ’ τα χούγια σου. Γιατί θα πρέπει να ξέρεις τούτο: Τίποτα καλό δεν κερδίζουμε χωρίς θυσίες.
»Κοντά μου θα βρεις αγάπη, τροφή, ασφάλεια, φτάνει μονάχα να ‘σαι ήσυχος κι υπάκουος. Κοντά μου θα είσαι... κοντά μου.. Μακάρι να ‘ξερα τι πρέπει να κάνω για να μ’ εμπιστευτείς!»
Αυτά έλεγε, καρτερώντας και στ’ αλήθεια, θλίψη βαθιά είχε απλωθεί πάνω του, όπως απλώνεται η πρωινή πάχνη στον κάμπο. Η νύχτα ξόδευε τα γρόσια της γρήγορα μα δεν νοιάζεταν, ούτε ακόμα, που για ώρα πολύ τώρα δεν είχε καθόλου σημάδια του, γνοιάστηκε, τόσο ήταν σίγουρος ότι θα περνούσε από κει, αργά ή γρήγορα.
Και πράγματι, ήρθε κάποια στιγμή μες στη νύχτα, τόσο ήσυχα κι αθόρυβα, όπως η κίσσα στη συκιά, όπως τ’ αεικίνητο ξωτικό. Ο Βλαχόγιαννος δεν κατάλαβε τίποτα. Ασυναίσθητα είχε στρέψει το βλέμμα προς κείνη την πλακουτσωτή πέτρα στο στρίψιμο του μονοπατιού, όταν από πάνω της είδε να λάμπουν ακίνητα δίπλα - δίπλα δυο φωτεινά δαχτυλίδια.
Με την καρδιά του να χοροπηδά στα στήθια, κοίταξε καλά. Εκτός απ’ τα μάτια του τώρα, έβλεπε και το κατάμαυρο περίγραμμά του, που ‘ταν πιο μαύρο απ’ τον περιορισμένο κείνο ψευτορίζοντα κι απ’ την πέτρα που κάθεταν πάνω της με ελαφρά στραμμένο το κορμί του στ’ αριστερά...