VLACHOYIANNOS - MAN AND THE WOLF
SPYROS STAVROPOULOS
TRANSLATION: CHRIS CAL
RELEASE 2027 ISBN: 978-618-00-6979-2
"If only we could make peace, as almost happened in the dream when we had finally grown exhausted fighting each other. But I couldn't bear for us to alter and transform our bodies into such a hideous form; besides, it would make our lives even harder. Neither wolf nor man is something unbearable, I think—better both of us wolves, or both of us men. I am sure that if I became a wolf or you became a man, I would love you even more.
"Yet you know that neither can happen. But what if you came to live near me just as you are?
"Truly, that would be a wonderful combination. A real wolf like you with a human mind, and a man like me with wolfish habits and life—wouldn't that be truly marvelous?
"Yes, that would be an unprecedented experience, and I imagine something very beautiful. And the livestock —I am sure that in time they would get used to you, forgive you, and love you as I do now, if only you cut out a few of your bad habits. Because you ought to know this: we gain nothing good without sacrifice.
"Near me you will find love, food, safety, if only you stay quiet and obedient. Near me you will be... near me... If only I knew what I must do for you to trust me."
These things he said as he waited, and in truth, a deep sorrow had spread over him like the morning frost over the plain. The night was spending its coins quickly, but he didn't care, nor was he worried that for a long time now there had been no sign of it; he was so certain it would pass through there sooner or later.
And indeed, it came at some point in the night, as quietly and noiselessly as a jay in a fig tree, like a restless sprite. Vlachoyiannos noticed nothing. Unconsciously, he had turned his gaze toward that flat-topped stone at the bend of the path, when above it he saw two glowing rings shining motionless, side by side.
His heart leaped in his chest as he looked closely. Now, beyond its eyes, he could also see its pitch-black outline, darker than the narrow, subtle horizon of the rocks and the stone it sat upon, its body turned slightly left toward Panolakkes at Petralono…
Ο ΒΛΑΧΟΓΙΑΝΝΟΣ
ΣΠΥΡΟΣ ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ
ΙΟΥΛΙΟΣ 2025 ISBN: 978-618-00-5967-0
€18,70»Μακάρι να μπορούσαμε να μονιάσουμε, όπως παραλίγο να γίνει και στ’ όνειρο όταν πια είχαμε αποκάμει να παλεύουμε μεταξύ μας. Όμως δεν θα τ’ άντεχα ν’ αλλάξουμε και να μεταμορφώσουμε τα κορμιά μας σε τόσο απαίσια όψη, κι εξάλλου θα κάναμε τη ζωή μας ακόμα πιο δύσκολη. Μήτε λύκος μήτε άνθρωπος, είναι κάτι που δεν αντέχεται, νομίζω. Καλύτερα και οι δυο μας λύκοι ή και οι δύο μας άνθρωποι. Είμαι σίγουρός πως αν γινόμουν λύκος ή εσύ άνθρωπος, θα σ’ αγαπούσα ακόμα πιο πολύ.
»Το ξέρεις όμως ότι δεν μπορεί να γίνει τίποτα απ’ τα δυο. Αν όμως ερχόσουν να ζήσεις κοντά μου όπως είσαι;
»Στ’ αλήθεια, θα ‘ταν υπέροχος συνδυασμός. Ένας αληθινός λύκος όπως εσύ με ανθρώπινο μυαλό, κι ένας άνθρωπος όπως εγώ με λυκίσιες συνήθειες και ζωή, δε θα ‘ταν πράγματι θαυμάσιο;
»Ναι, αυτό θα ‘ταν πρωτόγνωρη εμπειρία και φαντάζομαι κάτι πολύ όμορφο. Και τα ζωντανά, είμαι σίγουρος πως με τον καιρό θα σε συνήθιζαν, θα σε συγχωρούσαν και θα σ’ αγαπούσαν όπως εγώ τώρα, φτάνει μόνο να ‘κοβες μερικά απ’ τα χούγια σου. Γιατί θα πρέπει να ξέρεις τούτο: Τίποτα καλό δεν κερδίζουμε χωρίς θυσίες.
»Κοντά μου θα βρεις αγάπη, τροφή, ασφάλεια, φτάνει μονάχα να ‘σαι ήσυχος κι υπάκουος. Κοντά μου θα είσαι... κοντά μου.. Μακάρι να ‘ξερα τι πρέπει να κάνω για να μ’ εμπιστευτείς!»
Αυτά έλεγε, καρτερώντας και στ’ αλήθεια, θλίψη βαθιά είχε απλωθεί πάνω του, όπως απλώνεται η πρωινή πάχνη στον κάμπο. Η νύχτα ξόδευε τα γρόσια της γρήγορα μα δεν νοιάζεταν, ούτε ακόμα, που για ώρα πολύ τώρα δεν είχε καθόλου σημάδια του, γνοιάστηκε, τόσο ήταν σίγουρος ότι θα περνούσε από κει, αργά ή γρήγορα.
Και πράγματι, ήρθε κάποια στιγμή μες στη νύχτα, τόσο ήσυχα κι αθόρυβα, όπως η κίσσα στη συκιά, όπως τ’ αεικίνητο ξωτικό. Ο Βλαχόγιαννος δεν κατάλαβε τίποτα. Ασυναίσθητα είχε στρέψει το βλέμμα προς κείνη την πλακουτσωτή πέτρα στο στρίψιμο του μονοπατιού, όταν από πάνω της είδε να λάμπουν ακίνητα δίπλα - δίπλα δυο φωτεινά δαχτυλίδια.
Με την καρδιά του να χοροπηδά στα στήθια, κοίταξε καλά. Εκτός απ’ τα μάτια του τώρα, έβλεπε και το κατάμαυρο περίγραμμά του, που ‘ταν πιο μαύρο απ’ τον περιορισμένο κείνο ψευτορίζοντα κι απ’ την πέτρα που κάθεταν πάνω της με ελαφρά στραμμένο το κορμί του στ’ αριστερά...